σιγαλιά

[сигальа] ουσ. Θ. тишина, молчание,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "σιγαλιά" в других словарях:

  • σιγαλιά — η, Ν [σιγαλός] (ιδίως κατά τη διάρκεια τής νύχτας) ησυχία, ηρεμία, έλλειψη κάθε είδους θορύβου («νά χες τη δύναμη ν ακούς τών ουρανών τη σιγαλιά», Κ. Βάρναλης) 2. νηνεμία, άπνοια …   Dictionary of Greek

  • σιγαλιά — η έλλειψη θορύβου, ησυχία: Στη σιγαλιά της νύχτας άκουγες μόνο την απελπισμένη κραυγή του γκιόνη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ακαλός — ἀκαλός, ή, ὸν (AM) ήσυχος, ειρηνικός, πράος (ποταμός) «ἀκαλὰ προρέων» (Ησίοδ. απ. 218) ήρεμο, αθόρυβο (ποτάμι). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀκὴ «ησυχία, γαλήνη, σιγαλιά» + αλὸς (πρβλ. ομαλός, απαλός)] …   Dictionary of Greek

  • σιγανεμιά — η, Ν (στον Ερωτόκρ.) νηνεμία, σιγαλιά («οι μέρες με σιγανεμιά και λάψη ξημερώνου»). [ΕΤΥΜΟΛ. < σιγή + άνεμος κατά τα θηλ. σε ία (πρβλ. απ ανεμιά)] …   Dictionary of Greek

  • νυχτερινός — νυχτερινός, ή, ό και νυχτιάτικος, η, ο ο σχετικός με τη νύχτα ή που γίνεται κατά τη νύχτα: Νυχτερινή σιγαλιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.